Η αντίληψη του «πολυδύναμου» κτισμένου χώρου του Kas Oosterhuis και η προσέγγιση του σχεδιασμού μέσω των υλικών κατασκευής από τον Manuel De Landa
Ο Kas Osterhuis στο κείμενό του A New Kind of Building μας συστήνει αρχικά την θεμελιώδη έννοια της «μαζικής διαφοροποίησης» (mass-customization), έννοια αντιδιαμετρικά τοποθετημένη σε σχέση με αυτήν της μαζικής παραγωγής (mass production). Πρόκειται για μια διαδικασία, που στηρίζεται σε ψηφιακές τεχνικές, κατά την οποία επιτυγχάνεται η μοναδικότητα των στοιχείων του κτιρίου, εξαιτίας της υπολογιστικής επεξεργασίας, προσφέροντας τη δυνατότητα της ποικιλομορφίας και πολυπλοκότητας στο σχεδιασμό. Συνεπώς, κανένα αντικείμενο του σχεδιασμού δεν επαναλαμβάνεται κατά τη διαδικασία κατασκευής. Αυτό το επακόλουθο, εκπορεύεται κατά κύριο λόγο από την αδήρειτη ανάγκη του ανθρώπου για διαφοροποίηση και μοναδικότητα. Αυτή η έκφανση της διαφοροποίησης (differentiation) , που απαντά και στα ανάλογου προβληματισμού κείμενα του Patrik Schumacher, συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του παραμετρικού σχεδιασμού τόσο εννοιολογικά όσο και υλοποιητικά. Η αρχιτεκτονική που είναι στηριζόμενη σ’ αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιεί εντελώς πρωτοποριακά εργαλεία για να δημιουργήσει ποικιλία και πολυπλοκότητα και να παράγει οπτική και λειτουργική αφθονία και πολυμορφία. Μεταχειρίζεται συγκεκριμένα λογισμικά συστήματα παραμετρικής θεώρησης της σχεδιαστικής διεργασίας, των οποίων η πολυπλοκότητα προκύπτει από απλές σχέσεις μεταξύ κόμβων (correlation). Όσον αφορά τον όρο της real-time behavior (RTB), ή της «ανέλιξης κατά δύο επίπεδα», ο Oοsterhuis τον συνδέει με κατασκευές και κτισμένα περιβάλλοντα αενάως εξελισσόμενα και αυτοκαθοριζόμενα, που αντιδρούν σε πραγματικό χρόνο ενσωματώνοντας το παραμικρό ανθρωπίνως εκπεμπόμενο ερέθισμα. Πέρα όμως από τον ανθρώπινο παράγοντα, τα κτίρια αυτά επιτρέπουν μεταβολές στη λειτουργία τους που προέρχονται και από άλλες πηγές όπως οι καιρικές συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο, επαναπροσδιορίζεται διαρκώς το στατικό υπόβαθρο της εκάστοτε κατασκευής και κατ’επέκταση καταστρατηγείται πλήρως το δόγμα του «στατικού κτιρίου», καθώς τα πάντα χαρακτηρίζονται από κινητικότητα και ευμεταβλητότητα, ιδιότητες οι οποίες ενδέχεται να εκδηλώνονται και με απρόβλεπτο, ανεπαρκή, ή άρρυθμο τρόπο κατά περίπτωση. Μεταβαίνουμε έτσι σε ένα ευκρινώς νέο, προωθημένο και πολυτροπικό επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων, του κόσμου και του εαυτού μας. Είναι προφανές ότι τα φαινόμενα της αδιάκοπης μεταλλαγής και κίνησης, κατά τις επιταγές των οποίων οι μορφές αλληλοεπηρεάζονται, εγκλιματίζονται σε πολλές ανόμοιες μεταξύ τους περιστάσεις και είναι χρονικά ενεργές, μας παραπέμπουν απευθείας διερευνητικό πρίσμα του παραμετρισμού, ως σχεδιαστικής αντίληψης και πρακτικής.
Ο Manuel de Landa στο κείμενό του Uniformity and Variability, πραγματεύεται κυρίως το ζήτημα των χρησιμοποιούμενων υλικών στην αρχιτεκτονική. Μάλιστα, επιδιώκει να αιτιολογήσει και να περιγράψει την ολοκληρωτική αναθεώρηση που έχει υποστεί η αντιμετώπισή τους ανά τους αιώνες. Έτσι, υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν η αρχιτεκτονική είχε την τάση να προκαλεί την ποικιλόμορφη συνύπαρξη ανομοιογενών υλικών (π.χ. fiberglass) προς ανάδειξη ενός υποκειμενικώς εννοούμενου μορφικού πλούτου. Αντίθετα, σήμερα παρατηρείται μια έκδηλη τάση ομογενοποίησης και ομοιομορφίας των υλικών (π.χ. ατσάλι), που με αυτόν τον τρόπο, προσεταιρίζονται μια συμβατική και προβλέψιμη συμπεριφορά. Παρόμοια απλούστευση και εκβιασμένη πειθαρχία, καθιερώθηκε ως υποχρεωτική και κατά το 19ο αιώνα, στοχοποιώντας τότε τους ανθρώπινους πόρους και αποβλέποντας στη ταχύτερη και μαζικότερη παραγωγή. Η κάθε τάση ταυτίζεται και με διαφορετικές και σαφώς οριοθετημένες αρχιτεκτονικές εκφράσεις. Η απλούστευση από τη μία πλευρά εξασφαλίζει ένα αυταπόδεικτο πλεονέκτημα, δίχως την ύπαρξη του οποίου, πολύ δυσμενέστερα θα κατόρθωναν να αναπτυχθούν ποικίλα επιστημονικά πεδία. Από την άλλη ωστόσο, επικρεμάται από την απλούστευση ένας διττός κίνδυνος: αυτός της διαμόρφωσης μιας απόλυτα προβλέψιμης και μανιεριστικής διάθεσης στην αρχιτεκτονική, κατά την οποία είναι πιθανό κάποιο υλικό να κριθεί-επιπόλαια-κατάλληλο για κάθε δυνητικό τύπο κατασκευής. Επιπλέον, θα αναδύονταν αμφιβολίες και αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την στατικότητα των κτιρίων, αν όντως παραγκωνιστεί εντελώς η παραδοχή ότι κάποια υλικά παραλαμβάνουν a priori καλύτερα τις θλιπτικές και κάποια άλλα τις εφελκυστικές τάσεις. Ο Manuel De Landa κάνει λόγο επίσης για τον παραμετρισμό, μέσω του Gordon, ο οποίος επισημαίνει πως σε κάθε κτίριο πρέπει να υφίστανται όλες οι ιδιότητες των υλικών και σε μια ποικιλία, η οποία έγκειται πρωταρχικά στις διαφοροποιημένες θέσεις των ξεχωριστών αρχιτεκτονικών μελών ενός κτισμένου χώρου. Συμπερασματικά λοιπόν, ο De Landa δηλώνει απροκάλυπτα υπέρμαχος της ανομοιογένειας και της πολυεδρικής διαφοροποίησης των υλικών κατασκευής. Τονίζεται επομένως και πάλι η συγγενική του ιδεολογική βάση με αυτήν του Oosterhuis που περιστρέφεται γύρω από τους όρους “mass customization” και “real time behavior”, καθώς και με την υποδαύλιση της διαφοροποίησης των παραμετρικών μορφογενέσεων του Patrik Schumacher.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου