• Παραμετρισμός (parametricism): νέο μεγάλο ενεργό αρχιτεκτονικό κίνημα, μετά το μοντερνισμό, που παράγει, κυρίως μέσω ψηφιακών μέσων, εύπλαστες μορφές και όχι αυστηρά καθορισμένες λειτουργίες χώρων, με έμφαση στη διαφοροποίηση των στοιχείων.
• Στυλ (style): πρόγραμμα διερεύνησης σχεδιασμού, διαρκής κύκλος καινοτομίας που προκύπτει ως αποτέλεσμα συλλογής αποτελεσμάτων έρευνας σχεδιασμού ενός συλλεκτικού κινήματος, περιλαμβάνοντας σχετικές ατομικές προσπάθειες.
• Εποχικό στυλ (epochal style): κυρίαρχο στυλ μιας εποχής.
• Μεταβατικό στυλ (transitional style): ταυτόχρονα,
ανταγωνιστικά στυλ, που διαδέχονται γρήγορα το ένα το άλλο σε περιόδους μετάβασης.
• Θυγατρικό στυλ (subsidiary style): παράλληλες παραλλαγές ή ιστορικές συνέχειες ενός εποχικόυ στυλ.
• Ενωποιημένο στυλ (unified style): στυλ που προκύπτει από ένα ενωποιημένο παγκοσμίως σύστημα αρχών, στόχων και αξιών.
Τάξη μοντερνιστών: διαχωρισμός και επανάληψη
Τάξη παραμετριστών: συνεχής διαφοροποίηση και εντατικός συσχετισμός
o Εννοιολογικός ορισμός παραμετρισμού: όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και συνθέσεις είναι παραμετρικά μεταβλητά, στόχος η εντατικοποίηση των εσωτερικών αλληλεπιδράσεων καθώς και των εξωτερικών συσχετίσεων και συνεχειών.
o Λειτουργικός ορισμός παραμετρισμού:
στη μορφή: αποφεύγονται συμπαγείς μορφές, επανάληψη, κολλάζ μεμονωμένων στοιχείων, προτείνονται μαλακές, διαφοροποιημένες, αλληλοεξαρτόμενες μορφές
στη λειτουργία: αποφεύγονται άκαμπτα λειτουργικά στερεότυπα και ζωνοποίηση, ενώ προτείνονται λειτουργίες με παραμετρική δράση που επικοινωνούν μεταξύ τους.
• Διάγραμμα (diagramme): τύπος αναπαράστασης που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αφαίρεση.
• Κανονικό διάγραμμα (ordinary diagramme): διάγραμμα στο οποίο η σχέση μεταξύ του αφηρημένου διαγράμματος και της συμπαγούς ενότητας που αναπαριστάται καθορίστηκε βασισμένη σε συνήθεις παραδοχές.
• Έκτακτο διάγραμμα (extra-ordinary diagramme): διάγραμμα που λειτουργεί σαν αφηρημένη μηχανή με εντελώς ελεύθερες επιπτώσεις, λειτουργούν σαν πρωτο-αναπαραστάσεις.
• Μετρικό (metric): με πλήρως καθορισμένες παραμέτρους.
• Παραμετρικό (parametric): με παραμέτρους που παραμένουν μεταβλητές περιορισμένες σε ένα ορισμένο εύρος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου